ρεύμα (ηλεκτρικό)

Η λέξη ρεύμα στην ΑΕ σήμαινε «αυτό που κυλάει, το ρυάκι».

(ηλεκτρικό) ρεύμα
 Για να λειτουργήσει μια ηλεκτρική συσκευή, όπως η τηλεόραση, κυκλοφορεί στα καλώδιά της (ηλεκτρικό) ρεύμα.
η κίνηση των ηλεκτρονίων σε έναν αγωγό
η προσανατολισμένη ροή των ελεύθερων ηλεκτρονίων μέσα σ’ έναν αγωγό
όταν κόβεται το ρεύμα, σταματά η παροχή ηλεκτρικού ρεύματος
όταν κάποιον τον χτυπάει ή τον διαπερνά το (ηλεκτρικό) ρεύμα, παθαίνει ηλεκτροπληξία
ρευματοφόρος αγωγός: αγωγός που μεταφέρει ηλεκτρικό ρεύμα
ρευματοδότης, ρευματολήπτης

1 Ampere

στη Γεωγραφία το ρεύμα είναι μια μάζα νερού ή αέρα που κινείται προς μια συγκεκριμένη κατεύθυνση

Όταν κυκλοφορεί (ηλεκτρικό) ρεύμα σ' ένα ηλεκτρικό κύκλωμα, η λάμπα ανάβει. Προσπάθησε να συνδέσεις τα εξαρτήματα σωστά.

Με το (ηλεκτρικό) ρεύμα μεταφέρεται η ηλεκτρική ενέργεια από τα εργοστάσια παραγωγής μέχρι τα σπίτια μας.

Έπρεπε να δέσουμε τη βάρκα πιο σφιχτά! Το ρεύμα του ποταμού την παρέσυρε και την χάσαμε.

Προσοχή! Στη γενική ενικού και στον πληθυντικό αριθμό η λέξη παίρνει ακόμη μια συλλαβή: του ρεύματος, τα ρεύματα, των ρευμάτωνΣτη γενική πληθυντικού ο τόνος κατεβαίνει: των ρευμάτων.

Λέμε το ηλεκτρικό ρεύμα, το ρεύμα αλλά και το ηλεκτρικό!

ροή, διαρροή, ρευματικά

το κομμάτι του δρόμου όπου τα αυτοκίνητα κινούνται προς την ίδια κατεύθυνση

η  τάση ή η  γνώμη που ακολουθούν πολλοί άνθρωποι

Όταν οδηγούμε, δεν επιτρέπεται να μπούμε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας.

Η μαμά της Ιβάνας ακολουθεί το ρεύμα στη μόδα. Έτσι, είναι πάντα καλοντυμένη.

Αγγλική
electric current
Αραβική
الكهربائي التيار
Ρωσική
электрический ток
Τούρκικη
elektrik akımı
Κινεζική
电流

Άραγε τι είναι αυτό που πληρώνουμε, όταν μας έρχεται ο λογαριασμός της ΔΕΗ; Όταν μιλάμε μεταξύ μας, λέμε ότι είναι ο λογαριασμός για το "ηλεκτρικό ρεύμα". Ψάξτε στην ανάλυση του λογαριασμού (πατώντας τους αριθμούς στην εικόνα), τίνος την κατανάλωση πληρώνουμε.